Κορυφή Σούφλες

Κορυφή Σούφλες

Τα δυτικά Βαρδούσια συνορεύουν με το νομό Αιτωλοακαρνανίας και έχουν ως φυσικό σύνορο το Κοκκινόρεμα και ένα χαμηλό διάσελο ύψους 1.370 μ. που τα χωρίζουν από τα όρη Ναυπακτίας. Ανάμεσα στο νότιο και το δυτικό συγκρότημα βρίσκεται το φαρδύ διάσελο Μετερίζια.

Το βόρειο συγκρότημα χαρακτηρίζεται από μια μακριά κορυφογραμμή με ομαλές κλίσεις, που έχει κατεύθυνση βόρεια-βορειοδυτικά καθώς καταλήγει στη Γραμμένη Οξυά. Οι βόρειες κορυφές του βουνού είναι σχετικά ομαλές με ψηλότερη το Βουνό της Χωμήριανης (2.294 μ.) και μετά το Σινάνι (2.055 μ.), το Ομαλό (1.832 μ.), τη Μηλιά (1.784 μ.) και την Πολεμίστρα (1.680 μ.), οι οποίες σταδιακά ενώνονται με τις πλαγιές της Οξυάς. Στα βορειοανατολικά εκτείνονται μέχρι το χωριό Μάρμαρα, ενώ ένας χαμηλός αυχένας τα συνδέει με την Οίτη. Ανατολικά ο ποταμός Μόρνος χωρίζει τα Βαρδούσια από τη Γκιώνα.

Κάτω από όλες αυτές τις κορυφές απλώνονται εκπληκτικά χλοερά λιβάδια, τα ξακουστά Μουσουνιώτικα Λιβάδια της υποαλπικής ζώνης, στα οποία, αιώνες τώρα, αναπτύσσεται η ημινομαδική κτηνοτροφία. Το βουνό χαρακτηρίζουν τα πολλά νερά και κεφαλάρια. Από εδώ πηγάζει ο Εύηνος ποταμός και πολλά μεγάλα ρέματα που τον τροφοδοτούν (Καρυώτικο, Καλογερικό κ.α.), καθώς και ο Μόρνος, που υδρεύουν την Αθήνα. Τα πετρώματά του είναι κυρίως ασβεστολιθικά με μικρή παρουσία πυριτόλιθων και φλύσχη.

Κατά την αρχαιότητα, τα Βαρδούσια ήταν γνωστά ως «Μέγιστον Όρος». Σύμφωνα με τη μυθολογία, στα έγκατα του βουνού κατοικούσαν οι Λάμιες και οι Μούσες, οι οποίες άρπαζαν ανυποψίαστους θνητούς και τους τραβούσαν μαζί τους κάτω από τη γη. Οι αρχαίοι τα ονόμαζαν επίσης Κόραξ, ονομασία που επιβιώνει μέχρι σήμερα ειδικά στον τοπικό πληθυσμό, ο οποίος χρησιμοποιεί κυρίως την αρχαία ονομασία. Η ονομασία Βαρδούσια προέρχεται από τη σλαβική λέξη Βαρδούσι που σημαίνει βουνό.

Στα χαμηλά υψόμετρα γύρω από την τεχνητή λίμνη του Μόρνου επικρατεί η μεσογειακή βλάστηση με κύριο εκπρόσωπο το πουρνάρι, τα φυλίκια, τις κουμαριές και τα πλατάνια γύρω από τα ρέματα, ενώ ψηλότερα εμφανίζονται μικτά δάση δρυός, γάβρου, καστανιάς, οξυάς και άλλων ειδών. Από τα 1.000 μ. και πάνω ξεκινάει ένα μεγάλο ελατόδασος που αποτελείται κυρίως από κεφαλληνιακή ελάτη, ενώ τοπικά απαντά και η υβριδογενής ελάτη που ανέρχεται μέχρι τα 1.500-1.600 μ. Πάνω από το δάσος της κεφαλληνιακής ελάτης υπάρχουν εκτεταμένοι βοσκότοποι (στεπόμορφα λιβάδια) που διακόπτονται από μικρούς θάμνους.

(πηγή: TopGuide)