Μάχες Μουσουνίτσας και Άμπλιανης

Στις 3 Ιουνίου 1824, ο Μ Κοντογιάννης και ο Δ. Σκαλτσάς με επιστολή τους πληροφόρησαν την κυβέρνηση ότι ο Ντερβίς πασάς με δύναμη πάνω από 10.000 σκοπεύει να κινηθεί από Λαμία μέσω Γραβιάς προς τα Σάλωνα. Η Διοίκηση μετά από αυτό συγκέντρωσε στην τοποθεσία Άμπλιανη στρατεύματα από Ρουμελιώτες,    Μωραΐτες και Σουλιώτες (περί τις 2.000 άνδρες) με αρχηγούς τους Σκαλτσοδήμο, Πανουργιά, Χρ. Μακρή, και τους Σουλιώτες Β. και Γ. Δαγκλή. Γ. Δράκο, Κίτσο Τζαβέλας, Π. Νοταρά κ.ά..

Στις 8/7/1824, αντιμετωπίστηκε από τμήματα των Αρτοτινών οπλαρχηγών Δ. Σκαλτσά και Α. Σαφάκα εχθρική προσπάθεια που εκδηλώθηκε από τις διαβάσεις της Οίτης προς το Λιδωρίκι. Σε πεισματική μάχη κοντά στη Μουσουνίτσα, οι Τούρκοι οπισθοχώρησαν με βαριές απώλειες (30 νεκροί και πολλά λάφυρα).

Στις 14 Ιουλ.1824, εκδηλώθηκε η κύρια επίθεση των Οθωμανών με δύναμη περίπου 11.500 ανδρών και δύο κανόνια κατά των οχυρωμένων στην Άμπλιανη Ελλήνων. Η πολύνεκρη μάχη άρχισε τις μεσημβρινές ώρες και συνεχίσθηκε ως αργά το βράδυ. Οι Τούρκοι αναγκάσθηκαν σε άτακτη υποχώρηση, καταδιωκόμενοι καθ’ όλη τη διάρκεια της νύκτας, εγκαταλείποντας στο πεδίο της μάχης πάνω από 500 νεκρούς και άφθονα λάφυρα. Ο ίδιος ο Δ. Σκαλτσάς, σε επιστολή του την 19 Ιουλίου 1824 προς τον Μαυροκορδάτο, περιγράφει τα της μάχης:.

“Προς τον εξοχότατον Γενικόν Διευθυντήν της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος Μαυροκορδάτον.

“Σας ειδοποιούμεν τα εδώ τρέχοντα εις τας 14 του παρόντος (Ιουλίου 1824) εκστράτευσε ο Ρούμελης Βαλέσης Δερβίς Πασάς διά τα Σάλωνα με 12.000 χιλ. την αυτήν ημέραν συναντηθήκαμεν και ο πόλεμος ήρχισεν παρευθύς η ώρα ήταν εις τας 3 1/2 της ημέρας και εξ’ αυτής της ώρας μέχρι της δωδεκάτης της εσπέρας η μάχη εξηκολούθει αδιακόπως με πολύν θυμόν και με μεγάλην αντίστασιν των ένδοξων Ελλήνων. Μετά εσπέρας έφθασαν εις βοήθειάν μας διάφορα ελληνικά σώματα στρατιωτικά και ερρίφθησαν αμέσως όλοι οι Έλληνες ως λέοντες κατ`επάνω του εχθρού. Αφού του επεριώρισαν όλους τους δρόμους, τον εκτύπησαν από όλα τα μέρη. Εσκότωσαν υπέρ τους χιλίους βαρβάρους. Του επήραν τρία κανόνια, όπου είχον, επτά φορτία φουσέκια και επτά σημαίας. Τις να μετρήση το πλήθος των τουφεκίων, γιαταγανιών και σπαθιών και ομοίων; Πώς να διηγηθή κανείς την λαμπράν νίκην μας; Αι σκηναί, οι γουρνάδες και όλαι αποσκευαί των Τούρκων έγιναν λάφυρα των Ελλήνων. Άλλοι μεν από τους εχθρούς έπεσαν από τους βράχους, άλλοι δε επιάσαντο ζωντανοί από τους Έλληνας, και αν η νύχτα δεν εδιαφέντευε τους αυτούς εχθρούς εχάνοντο όλοι. Ελπίζομεν όμως να εύρωμεν σήμερον πολλοτάτους τρυπωμένους εις τους λόγγους. Ας πανηγυρίση λοιπόν και αυτού η πόλις Μεσολογγίου αυτήν την λαμπράν νίκην, επειδή είναι μία νίκη όπου ομοιάζει με τας πλέον παλαιάς των προγόνων μας. Οι Τούρκοι ετράβηξαν προς το μέρος της Γραβιάς και οι ιδικοί μας τρέχουν από κοντά των ως λέοντες ορυόμενοι και ούτω ελπίζομεν εις την θείαν δύναμιν να τους ξεκάνωμεν όλους “.

ταύτα και με το προσήκον σέβας
15 Ιουλίου Άμπλιανη
ΔΗΜΟΣ ΣΚΑΛΤΣΑΣ.

(Σημ. Η επιστολή δημοσιεύθηκε από τα «Ελληνικά Χρονικά»)